Χρέος ιερό, έσυρε τα βήματά μας σήμερα εδώ, στον ιερό τούτο χώρο, όπου η σιωπή διακόπτεται μόνο από τη λειτουργία και τον ψίθυρο των προσευχών, για να αποδώσουμε τις πρέπουσες τιμές και να απευθύνουμε το ύστατο χαίρε σε ένα άξιο τέκνο της πατρίδας.

 

Ευάγγελε Ευαγγέλου, Λοχία Μηχανικού,

 

Σεμνά και ταπεινά, όπως και ο ίδιος υπήρξες στη σύντομη αλλά μεστή σε προσφορά προς την πατρίδα ζωή σου, κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ στην άφθαρτη μορφή σου και σε προπέμπουμε στην αιωνιότητα.

 

Για πενήντα χρόνια, μισό αιώνα πόνου, οδύνης και στωικής καρτερίας για τους οικείους σου, το όνομά σου συγκαταλέγετο στον μακρύ και τραγικό κατάλογο των αγνοουμένων μας.

 

Σήμερα, μαζί με την οικογένειά σου, τους συγγενείς, τους φίλους και τους συμπολεμιστές σου του 70 Τάγματος Μηχανικού, με συγκλονισμό και βαθιά ευλάβεια μετέχουμε στην εξόδιο ακολουθία σου.

 

Με οδύνη και απέραντο σεβασμό απέναντι στα ιερά σου λείψανα θα σε συνοδεύσουμε σε λίγο, με τιμές και στέφανα δόξας στην τελευταία σου κατοικία, για να αναπαυθείς εν ειρήνη.

 

Έτσι όπως αρμόζει σε κάθε εύψυχο προασπιστή της ελευθερίας της Κύπρου.

 

Στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας μας, όταν το προδοτικό πραξικόπημα και η βάρβαρη τουρκική εισβολή έριξαν βαθύ σκοτάδι πάνω από την Κύπρο, στο 70 Τάγμα Μηχανικού ορθώνονταν ήρωες, που εκπροσωπούσαν το ακλόνητο ελληνοπρεπές πνεύμα αντίστασης και αγάπης για τη γη τους.

 

Η ιστορία του Ευάγγελου, όπως και όλων των υπολοίπων ηρωικώς πεσόντων του Μηχανικού στον αγώνα προάσπισης της κυπριακής ελευθερίας, αποτελεί ένα μαρτυρικό ύμνο.

 

Ένα ύμνο αυτοθυσίας και απόλυτης αφοσίωσης στην αποστολή που ετάχθησαν.

Ένα αιώνιο ύμνο γραμμένο με αίμα, ανδρεία και ανθρωπιά.

 

Ένα ύμνο που θα αφήσει ανεξίτηλο το ίχνος του στις καρδιές και τις ψυχές του λαού μας.

 

Θα αφήσει ανεξάλειπτα γραμμένη μια ωδή πλημμυρισμένη από τις αξίες της ανθρωπιάς, της γενναιοψυχίας και της ανυποχώρητης πίστης στο δίκαιο του αγώνα.

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Ο Ευάγγελος Ευαγγέλου γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1954 στη Λευκωσία. Μετά τις σχολικές του σπουδές, το 1972 κατετάγη στην Εθνική Φρουρά. Ολοκλήρωσε τη βασική εκπαίδευση με τον βαθμό του Λοχία και τοποθετήθηκε στο 70 Τάγμα Μηχανικού, το οποίο είχε ως έδρα το Στρατόπεδο BMH στη Λευκωσία.

 

Τους πρώτους μήνες του 1974, το προσωπικό του Τάγματος, σχεδόν στο σύνολό του, απασχολήθηκε με την ανέγερση του Κέντρου Παραθερισμού Αμμοχώστου.

 

Από τον Απρίλιο και εντεύθεν, μετά από οδηγίες που δόθηκαν από τη Διοίκηση Μηχανικού του ΓΕΕΦ, πραγματοποιήθηκε εκπαίδευση στα αντικείμενα του ναρκοπολέμου, των καταστροφών και της οργάνωσης εδάφους, με παράλληλη, μεταξύ άλλων, εκτέλεση αναγνωρίσεων σε δρομολόγια κίνησης, σε χώρους ναρκοθέτησης και στρώσης ναρκοπεδίων και καταγραφή των χώρων αποθήκευσης των ναρκών.

 

Το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1974, μια μέρα πριν την έναρξη της τουρκικής εισβολής, από την πλατεία του Τάγματος, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το μνημείο ηρώων του 70 Τάγματος Μηχανικού, μετά από διαταγή που έλαβε η Μονάδα αναχώρησαν τρεις πολεμικές αποστολές.

 

Διμοιρία του 1ου Λόχου, με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Ευστράτιο Κατσουλώτο, μετέβη στην περιοχή Πεντάγυιας – Μόρφου – Λεύκας και αφού έστρωσε αριθμό ναρκοπεδίων επέστρεψε στην έδρα του Τάγματος.

 

Ο 2ος Λόχος, με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Ηλία Παπανίκο μετέβη στην περιοχή Αμμοχώστου, όπου υπό την 1η Ανωτέρα Τακτική Διοίκηση έστρωσε στο παραλιακό μέτωπο Αμμοχώστου – Τρικώμου ναρκοπέδια συνολικού μετώπου 4 περίπου χιλιομέτρων.

 

Διμοιρία του Λόχου Διοικήσεως, με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Παναγιώτη Παναγόπουλο μετέβη στην Κερύνεια, υπό τη Διοίκηση του 3ου Τακτικού Συγκροτήματος.

 

Η Διμοιρία, παραδόξως, αντί να διαταχθεί να προχωρήσει σε ναρκοθέτηση του παραλιακού μετώπου Πέντε και Έξι Μίλι, έλαβε διαταγή στρώσης δύο ναρκοπεδίων στις ακτές Ακαπούλκο και Παχύαμμος και συμμετείχε σε αποστολές πεζικού, εκτελώντας ενέδρες στο Τέμπλος και στο Στρατόπεδο του 251 Τάγματος Πεζικού, δυτικά της Κερύνειας. Ακολούθως, έστρωσε μεγάλο αριθμό ναρκοπεδίων από τον Άγιο Επίκτητο μέχρι την Μια Μηλιά, και παράλληλα προετοίμασε καταστροφές στο οδικό δίκτυο Λευκωσίας – Κερύνειας, στην περιοχή Κλεπίνης και στον ορεινό δρόμο του Βουφαβέντο στον Πενταδάκτυλο.

 

Τα δύο πρώτα τμήματα, μετά τις πρώτες αποστολές επέστρεψαν στην έδρα του Τάγματος, ανέλαβαν αποστολές ναρκοθετήσεων δρομολογίων στο δυτικό μέτωπο και εξουδετέρωσης μη εκραγέντων βλημάτων στην πρώτη γραμμή του μετώπου στην περιοχή Λευκωσίας.

 

Στις 5 Αυγούστου, Λόχος Μηχανικού με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Κατσουλώτο μετέβη στην περιοχή Λαπήθου – Καραβά για εκτέλεση, υπό το φως της ημέρας, αποστολής στρώσης ναρκοπεδίου. Μια αποστολή η οποία, κατέληξε δυστυχώς σε τραγωδία.

 

Παρότι το ναρκοπέδιο στρώθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέχρι το βράδυ της 5ης Αυγούστου, το προσωπικό του Λόχου έλαβε διαταγή να παραμείνει μπροστά από τις γραμμές της Εθνικής Φρουράς και σε απόσταση αναπνοής από τα τουρκικά στρατεύματα, για να συνεχίσει την αποστολή του την επόμενη ημέρα.

 

Η απόφαση αυτή αποδείχθηκε μοιραία.

Το πρωινό της 6ης Αυγούστου, ανήμερα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο τουρκικός στρατός, ο οποίος το προηγούμενο διάστημα ασχολήθηκε με τη συσσώρευση προσωπικού και μέσων στην περιοχή, εκτόξευσε ισχυρή επίθεση κατά των δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς.

Από το προσωπικό του Λόχου Μηχανικού που βρισκόταν στην περιοχή, μετά από συγκλονιστικές εκ του συστάδην μάχες μέχρις εσχάτων, μαζί με τις υπόλοιπες ισχνές δυνάμεις της Εθνοφρουράς, μόνο οι 22 από τους 53 άνδρες κατάφεραν, κολυμπώντας ορισμένοι, αβοήθητοι και με κάθε διαθέσιμο τρόπο να διαφύγουν και να σωθούν.

 

Οι υπόλοιποι 31, δεν κατάφεραν να επιστρέψουν.

 

Τα ονόματα αρκετών εξ αυτών, μέχρι πρότινος και αυτό του Ευάγγελου, περιλαμβάνονται ακόμα στον κατάλογο των αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής.

 

Εκεί όπου για πενήντα χρόνια συνεχίζει να τελείται η πιο θλιβερή πτυχή του δράματος που στιγμάτισε την Κύπρο το καλοκαίρι του 1974.

 

Εκεί όπου για πενήντα χρόνια ηχεί ακατάπαυστα ο φορτισμένος ύμνος της απώλειας, της αβεβαιότητας και της ανείπωτης θλίψης.

 

Εκεί όπου για πενήντα χρόνια τελείται μια ατέρμονη μάχη αναζήτησης και διακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων μας.

 

Λοχία Μηχανικού Ευάγγελε Ευαγγέλου,

 

Ο κύκλος της αβεβαιότητας και του δράματος που βίωσε η οικογένειά σου, σήμερα κλείνει οριστικά.

Σε αποχαιρετούμε και σε ξεπροβοδίζουμε στο τελευταίο σου ταξίδι.

Εκεί που θα ανταμώσεις τη μάνα και τον πατέρα σου. Αυτούς, που μαζί με τ’ αδέρφια σου, για δεκαετίες ξημεροβραδιάζονταν αγωνιώντας και προσμένοντας την επιστροφή σου.  Αυτούς, που βίωσαν την τραγική απουσία του λεβέντη γιου τους και «έφυγαν» με την αβεβαιότητα και τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας χαραγμένο στην καρδιά και τη ψυχή τους.

Εκεί που θα ανταμώσεις τους αείμνηστους συναγωνιστές σου του 70 Τάγματος Μηχανικού.

Αυτούς που μαζί, με ασύγκριτη αποφασιστικότητα και αυταπάρνηση, ριχτήκατε στη μάχη προάσπισης της ελευθερίας της πατρίδας μας.

Σήμερα επιστρέφεις ως ήρωας πια στα σπλάχνα της γης που σε γέννησε, σε ανάγιωσε και για πέντε δεκαετίες σε αγκάλιασε ως αγνοούμενο.

Η ανάμνησή σου ως ανεξάντλητη παρακαταθήκη, ως ιερή κληρονομιά και ως αστείρευτη πηγή εγκαρτέρησης θα ενισχύει τη βούλησή μας για συνέχιση του αγώνα για απελευθέρωση και επιστροφή στις πατρογονικές μας εστίες.

Την ώρα της βαθιάς οδύνης, υποκλινόμαστε στη σεπτή μορφή σου και ανανεώνουμε την υπόσχεση ότι θα παραμείνουμε πιστοί στην προσπάθεια επίτευξης του υπέρτατου εθνικού μας στόχου.

Η θυσία σου, όπως και όλων των τιμημένων παλικαριών που έπεσαν υπέρ βωμών και εστιών το προδομένο καλοκαίρι του 1974, αποτελεί τον φάρο που θα καθοδηγεί τα εθνικά μας βήματα στις προσπάθειες επίλυσης του κυπριακού προβλήματος.

 

Οι δικοί σου άνθρωποι, Ευάγγελε, θα σε θυμούνται πάντοτε ως τον «πρεσβευτή της αρετής». Έτσι όπως οι δάσκαλοί σου στο δημοτικό σχολείο σε φώναζαν.

 

Η πατρίδα και η Εθνική Φρουρά, την οποία υπηρέτησες με πίστη και αφοσίωση σε ευγνωμονούν.

 

Ο σεβασμός, ο θαυμασμός, η εκτίμηση και η υπερηφάνεια μας θα σε συνοδεύουν για πάντα.

Ας είναι αιωνία η μνήμη σου και ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.