Είναι με βαθιά συγκίνηση και εθνική υπερηφάνεια που μαζευτήκαμε σήμερα εδώ στον Ιερό Ναό του Αγίου Τύχωνα στη Λεμεσό για να αποδώσουμε τον πρέποντα φόρο τιμής με τον προσήκοντα σεβασμό στον ήρωα της πατρίδας μας Ηρακλή Χριστοφή Αγαθοκλέους, που έπεσε εν ώρα καθήκοντος, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974.

Αποτελεί για μένα μεγάλη τιμή που προσκλήθηκα να απευθύνω τον επιμνημόσυνο λόγο και προς τούτο θα ήθελα εξαρχής να ευχαριστήσω το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα και ιδιαίτερα τον κοινοτάρχη Χαράλαμπο Ιωάννου, τα οργανωμένα σύνολα καθώς και την οικογένεια του ήρωα.

Τα παλικάρια της Κύπρου, που κλήθηκαν το μαύρο καλοκαίρι του 1974, χωρίς διλήμματα και δισταγμό, προσέτρεξαν στο καθήκον για να υπερασπιστούν τα ιερά χώματα της πατρίδας, πιστοί στις παραδόσεις, στις αξίες και στην ιστορία μας. Ακλόνητοι και αγέρωχοι αντιμετώπισαν τον υπέρτερο εχθρό σ’ ένα άνισο και προδομένο αγώνα, αλλά ουδέποτε δείλιασαν ή έστρεψαν την πλάτη τους λιποψυχώντας.

Ο Ηρακλής Αγαθοκλέους γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1956 στον Άγιο Τύχωνα. Ήταν το πρωτότοκο από τα τρία παιδιά του μακαριστού Χριστοφή και της Κλαυδίας Αγαθοκλέους. Ανατράφηκε σ’ ένα παραδοσιακό κυπριακό σπίτι με ήθος, αρχές και ιδανικά.  Αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή Λεμεσού ακολουθώντας τον κλάδο του μηχανικού αυτοκινήτων.

Στα δεκαεπτά του χρόνια κατατάγηκε ως εθελοντής στην Εθνική Φρουρά και μετά από τις αρχικές εκπαιδεύσεις τοποθετήθηκε στο 286 Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού, με έδρα την Κοκκινοτριμιθιά.

Ανήμερα της 20ης Ιουλίου 1974, όταν πλέον η εισβολή των Τούρκων βρισκόταν σε εξέλιξη, το ΓΕΕΦ διέταξε τη Μονάδα να κινηθεί από τη Λευκωσία προς την Κερύνεια μέσω της διάβασης Πανάγρων. Η κίνηση αυτή πραγματοποιήθηκε υπό το φως της ημέρας, σε ακάλυπτο έδαφος, χωρίς αντιαεροπορική προστασία, με αποτέλεσμα η τουρκική αεροπορία να εντοπίσει τη φάλαγγα έξω από το χωριό Κοντεμένος και να την βομβαρδίσει, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές.

Επτά νεκροί άνδρες και είκοσι πέντε τραυματίες, ανάμεσά τους και ο Διοικητής της Μονάδας αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Μπούτος, αποτέλεσαν την απαρχή της καταστροφικής πορείας που θα ακολουθούσε τις επόμενες ημέρες.

Η Μονάδα παρά τις απώλειες και την πτώση του ηθικού, παρά τις ελλείψεις σε εξοπλισμό και μέσα, παρά την εξάντληση και την πίκρα του προσωπικού της, βρήκε το σθένος να συνεχίσει την προσπάθεια υπεράσπισης της πατρίδας μας. Οι γενναίοι στρατιώτες του 286 Μηχανοκίνητου Τάγματος έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες που ακολούθησαν. Κατά του προγεφυρώματος στην Κερύνεια, στη Λάπηθο, στον Καραβά, στο Αγριδάκι, στον Άγιο Ερμόλαο, και αργότερα στη Σκυλλούρα, στον Άγιο Βασίλειο, στη Φιλιά και στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Ο Ηρακλής, αφού κατάφερε να επιβιώσει από τις καταστροφικές συνέπειες του βομβαρδισμού στον Κοντεμένο, μαζί με τους συμπολεμιστές του, συνέχισε την πορεία του προς την Κερύνεια. Μετά την εκεχειρία της 22ας Ιουλίου η Μονάδα διατάχθηκε να επιστρέψει στα Λατσιά στη Λευκωσία, για ανασυγκρότηση. Εκεί τον επισκέφτηκε και τον συνάντησε για τελευταία φορά ο πατέρας του.

Στις 10 Αυγούστου η Μονάδα επέστρεψε στον Άγιο Ερμόλαο. Τέσσερις ημέρες αργότερα, με την έναρξη της Β’ Φάσης της τουρκικής εισβολής το 286 ήρθε και πάλι αντιμέτωπο με τις τουρκικές δυνάμεις. Τούτη τη φορά τα δεδομένα ήταν διαφορετικά. Οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι την εκεχειρία και την αδυναμία του ΟΗΕ να ελέγξει του όρους της, αποβίβασαν μεγάλο αριθμό προσωπικού και αρμάτων και επιτέθηκαν με σφοδρότητα στις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς, με τη συνεχή υποστήριξη της αεροπορίας.

Οι μάχες ήταν άνισες και αιματηρές, με πολλές καταστροφές και απώλειες.

Οι άντρες του 286 ΜΤΠ στάθηκαν γενναία και με ανυπέρβλητο θάρρος προσπάθησαν να καθυστερήσουν την προέλαση των Τούρκων. Στις 15 Αυγούστου κατάφεραν να οπισθοχωρήσουν στην περιοχή Σκυλλούρας – Κοντεμένου, έχοντας όμως βαριές απώλειες.

Οι άντρες της διμοιρίας του Ηρακλή, του ανθυπολοχαγού Ιωσήφ Σεργίδη, είκοσι τρεις στο σύνολο, προσπάθησαν να αναρριχηθούν στο ύψωμα Λαπάτσα και να διαφύγουν προς την Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας,  αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολλαπλάσιες δυνάμεις που τους περικύκλωσαν. Τα παλικάρια αντιστάθηκαν μέχρις εσχάτων, αλλά προφανώς δεν άντεξαν και χάθηκαν τα ίχνη τους. Έκτοτε ο Ηρακλής, μαζί με τους άλλους στρατιώτες  αγνοούνταν, χωρίς κανείς να γνωρίζει τις λεπτομέρειες των συμβάντων, βυθίζοντας τις οικογένειές τους για χρόνια στην άγνοια και την αγωνία. Η απώλεια των αντρών της διμοιρίας Σεργίδη αποτελεί μία από τις τραγικότερες συνεισφορές του 286 στις πολεμικές επιχειρήσεις το 1974.

Δύο τραυματισμένοι στρατιώτες που συνελήφθησαν από τους Τούρκους και απελευθερώθηκαν αργότερα στο πλαίσιο ανταλλαγής αιχμαλώτων, ανέφεραν ότι τόσο κατά τη σύλληψη, όσο και κατά τη μεταφορά και την κράτησή τους δεν αντίκρυσαν άλλους συμπολεμιστές τους είτε νεκρούς, είτε κρατούμενους. 

Πέρασαν δεκαετίες μέχρι την ώρα, που στα πλαίσια του προγράμματος εκταφών και αναγνώρισης λειψάνων της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων εντοπίστηκαν διάσπαρτα οστά ανδρών στο ύψωμα Λαπάτσα, στην περιοχή της Σκυλλούρας τα έτη  2005,  2008 και  2010.

Μετά από ανθρωπολογικές εξετάσεις και εξετάσεις DNA διακριβώθηκε η ταυτότητα οστών σε 19 από τα 23 παλικάρια που αγνοούνταν, μεταξύ αυτών και του Ηρακλή Αγαθοκλέους, ο οποίος τάφηκε με τις δέουσες τιμές ήρωα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2017.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συγγενείς των ηρώων της ένδοξης διμοιρίας Σεργίδη που βρίσκεστε σήμερα μαζί μας,

Ο Ηρακλής Αγαθοκλέους απέδειξε με τις πράξεις του ότι ήταν ένας γνήσιος αγωνιστής, με εθνική συνείδηση. Ουδέποτε λιποψύχησε και δεν εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης μέχρι την τελευταία στιγμή. Παρά το νεαρό της ηλικίας του παρέμεινε μέχρι τέλους ασυμβίβαστος και αξιοπρεπής. Μαζί με τους υπόλοιπους συναγωνιστές του πιάστηκαν χέρι χέρι και σχημάτισαν ασπίδα άμυνας, πιστοί στον όρκο: «Ού καταισχυνώ τα όπλα τα ιερά, ουδ΄ εγκαταλείψω τον παραστάτην, ότω αν στοιχήσω, αμυνώ δε και υπέρ ιερών και οσίων και μόνος και μετά πολλών, και την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω».

Με την ίδια δύναμη της ψυχής και την ίδια αποφασιστικότητα που αγωνίστηκαν οι αδικοχαμένοι άντρες της διμοιρίας Σεργίδη οφείλουμε κι εμείς να σταθούμε απέναντι στις εθνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, προσμετρώντας τις δικές μας ευθύνες και υποχρεώσεις. Ιδιαίτερα σήμερα που εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τις τραγικές συνέπειες της εισβολής και τις αυξανόμενες προκλήσεις και τους εκφοβισμούς της κατοχικής Τουρκίας.

Σήμερα, αγαπητές φίλες και φίλοι, σαράντα οκτώ χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η προσφορά και η θυσία των ηρώων μας, μας καλεί να αναλογιστούμε το δικό μας χρέος έναντι της μαρτυρικής μας πατρίδας.

H περίοδος που διανύουμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Με μοναδικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον, θα πρέπει με σύνεση και ψυχραιμία να αντιμετωπίσουμε τις κλιμακούμενες τουρκικές ενέργειες και προκλήσεις, διαφυλάσσοντας την Κυπριακή Δημοκρατία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Αμετάθετός μας στόχος παραμένει η λύση του κυπριακού που θα οδηγήσει στην επανένωση του νησιού μας.

Δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά μόνο να παραμείνουμε σταθεροί στο στόχο που θα μας οδηγήσει στην επιστροφή στις σκλαβωμένες μας πόλεις και χωριά. Με πίστη στο δίκαιο του αγώνα μας και με  την ελπίδα ως φάρο και καθοδηγητή μας, θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας για τελική δικαίωση, για να μπορέσει ο Ελληνισμός να ριζώσει ξανά στην πατρώα γη.

Σ’ αυτή τη δύσκολη αλλά λυτρωτική μας πορεία, ο Ηρακλής Αγαθοκλέους θα μας συντροφεύει από το Πάνθεον των ηρώων, μαζί με όλους τους ήρωες της κυπριακής τραγωδίες του 74, μαζί με όλους τους ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, στους εθνικούς αγώνες.

Αιωνία και τιμημένη ας είναι η μνήμη τους και είθε ο Μεγαλοδύναμος να βοηθήσει για τη διακρίβωση της τύχης όλων των αγνοούμενων, για να κλείσει επιτέλους αυτή η αιμάσσουσα πληγή συνεπεία της τουρκικής εισβολής.